Καλωσορίσατε...

στο Περδικονέρι...

της Γορτυνίας...

στην Αρκαδία...

της Πελοποννήσου.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2022

Πέθανε ο Πρόεδρος του Συλλόγου Περδικονεριτών Κώστας Νικολόπουλος

 


Έφυγε από τη ζωή ο γνωστός δικηγόρος και Πρόεδρος του Συλλόγου των Απανταχού Περδικονεριτών Κώστας Χαρ. Νικολόπουλος, ετών 65.

Ο ίδιος είχε προσβληθεί με κορωνοϊό προ διμήνου και το τελευταίο μήνα η κατάσταση του επιδεινώθηκε. Νοσηλευόταν διασωληνωμένος στο νοσοκομείο Σωτηρία για πολλές ημέρες. Όπως πληροφορηθήκαμε ήταν ανεμβολίαστος.

Ο εκλιπών ήταν προϊστάμενος του Νομικού Τμήματος της Τράπεζας Πειραιώς. Τα τελευταία 15 χρόνια ήταν Πρόεδρος του Συλλόγου του χωριού του, συμμετέχοντας σε όλα τα γορτυνιακά και αρκαδικά δρώμενα. Ανήσυχο πνεύμα και πολύ δημιουργικό, πάντα αναζητούσε καινοτόμες δράσεις για την ανάπτυξη του τόπου. Όνειρό του ήταν η δημιουργία λαογραφικού μουσείου στο χωριό και αγωνιζόταν για αυτό, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να υλοποιήσει το όραμά του.

Η εφημερίδα μας, της οποίας υπήρξε ένας εκλεκτός φίλος και συμπαραστάτης, συλλυπείται θερμά τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του (τρίδυμα).

Η κηδεία του θα γίνει αύριο Παρασκευή 31.12 και ώρα 12:00 στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Περδικονερίου.

Στη φωτογραφία διακρίνεται ο εκλιπών με Προέδρους Συλλόγων χωριών της Κάτω Γορτυνίας σε κοινό ετήσιο χορό που διοργάνωσαν

Από ιστοσελίδα www.e-gortynia.gr 


Αφιέρωμα στον Κώστα Νικολόπουλο

Ο Κώστας Νικολόπουλος γεννήθηκε στο Περδικονέρι Αρκαδίας, της επαρχίας Γορτυνίας, από τον Χαράλαμπο Κων/νου Νικολόπουλο και την Παναγιώτα Γαλανοπούλου (Γαλάνη) από γονείς δηλαδή Αρκάδες γηγενείς, που ήσαν κληρονόμοι μιας αρχέγονης πνευματικής παρακαταθήκης, με όλες τις εγχώριες αρετές αντοχής, καρτερίας και επιμονής στους δύσκολους εκείνους χρόνους δοκιμασιών και προκλήσεων που βίωνε συνεχώς η Αρκαδία, ιδιαίτερα μετά την εθνεργεσία, στην ορεινή και πετρώδη Γορτυνία, όπου ο άνθρωπος λαξεύει την ψυχή του και αντιστέκεται ορθομέτωπος σε όλες τις σαϊτιές της μοίρας.


Μέσα σε αυτό το πάτριο κλίμα, οι γονείς του Κώστα Νικολόπουλου μετάγγισαν στην ψυχή του ηθικές αρχές και αξίες για τον αγώνα της ζωής και τον διαπαιδαγώγησαν με απλές συμβουλές, καθάριες και γόνιμες, τον γύμνασαν κατά ένα τρόπο για την προετοιμασία σε έναν πολυεπίπεδο αγώνα στις δυσκολίες, αλλά με στόχευση και με όραμα για κάτι καλύτερο, πέρα κι έξω από τα όρια της τοπικής κοινωνίας, με προοπτική τη χάραξη της δικής του διαδρομής. Συγκεκριμένα, ο πατέρας του Κώστα, που λειτουργεί και ζει ακόμα στην καρδιά του, στη σκέψη του, του είχε επισημάνει με σιωπηλό κι επιβλητικό τρόπο: «Γιε μου, να μορφωθείς, να κάνεις καλύτερη τη ζωή σου, γιατί η δική μας είναι γεμάτη κόπο, βάσανα και στερήσεις. Σου δίνω την ευχή μου να είσαι σωστός άνθρωπος, δίκαιος, ειλικρινής, αγαπητός στον κόσμο, και να δίνεις τη βοήθειά σου σε όσους έχουν ανάγκη. Έτσι θα θυμάσαι τον πατέρα σου.»


Ο Κώστας αποφοίτησε από το τροπαιοφόρο και πολυδύναμο σε μαθητές τότε Γυμνάσιο Τροπαίων Αρκαδίας, και μετά τη συμμετοχή του στις πανελλαδικές εξετάσεις, εφοίτησε και αποφοίτησε ευδοκίμως από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Ακολούθως, ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, που ήταν η ιδιαίτερη αδυναμία του. Ταυτόχρονα, είχε τον πειρασμό να φοιτήσει και στο μεταπτυχιακό τμήμα των Πολιτικών Επιστημών, αντικείμενο που είχε ήδη αναπτύξει, μετά από σχετική μελέτη και ασχολία, το οποίο επιτυχώς ολοκλήρωσε.


Παράλληλα, και από την πρώτη νεότητά του, ο Κώστας Νικολόπουλος, επιδίδεται με ιδιαίτερο ζήλο και στην ποιητική τέχνη, «ως τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων του» όπως συχνά συνήθιζε να λέει στους φίλους του.


Ήδη, από τις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου στο Περδικονέρι, μελετούσε Έλληνες και ξένους ποιητές, με προτεραιότητα στον Δροσίνη, Σολωμό, Καρυωτάκη, Βάρναλη, Σεφέρη, Ρίτσο, Γκάτσο, Πάμπλο Νερούντα, Μαγιακόφσκυ, Ναζίμ Χικμέτ και άλλους. Πολλά οφείλει στο θείο του Παναγιώτη Γαλανόπουλο, δικηγόρο Αθηνών, που πάντοτε φρόντιζε να μην του λείπουν τα λογοτεχνικά βιβλία σπουδαίων συγγραφέων. Είχε μάλιστα την εγγενή αδυναμία να διατυπώνει το λόγο του με ποιητικό μέτρο.


Έτσι, οι φιλόλογοι καθηγητές του τον ανεγνώριζαν ως πρότυπο για τις σχολικές εκθέσεις και τις λογοτεχνικές αναλύσεις του. Κατά τη διαδρομή αυτής της πνευματικής ενασχόλησης έγραφε και γράφει ποιήματα, με περιεχόμενο πολιτιστικό, κοινωνικό, πολιτικό, ιδιαίτερα, έγραφε για την ξενιτειά, την αγάπη, τον έρωτα και για το διαχρονικό ταξίδι της ζωής του ανθρώπου.


Ο βιογραφούμενος φίλος μας εργάστημκε παράλληλα σε ιδιωτικές εργασίες, σε αντίστοιχες χρονικές περιόδους, όπως στο ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΙΤΑΝΙΑ, στην σοκολατοβιομηχανία ΜΕΛΛΟ, στην εταιρία ΟΛΥΜΠΙΑ και στο ξενοδοχείο KING PALACE . Επίσης, περιστασιακά εργάστηκε, ως μαθητής ακόμη, κατά τις θερινές διακοπές, σε χειρωνακτικές εργασίες, όπως, στη συγκομιδή καρπών, σε οικοδομικές εργασίες στην Τρίπολη και στην Κόρινθο.


Βέβαια, η πρώτη του εργασία και πολύτιμη εμπειρία ήταν στην πόλη της Καρδίτσας, στο βιβλιοπωλείο του ΤΣΟΠΕΛΕΚΟΥ, μια μεγάλη και ευδόκιμη εμπορική εταιρία.


Ο Κώστας Νικολόπουλος, έχοντας πάντα το συγκριτικό πλεονέκτημα της εργασίας σε διάφορους τομείς, από μαθητής ήδη, επεράτωσε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή της Αθήνας, με επιτυχία, ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκε με πολιτιστικές δραστηριότητες στους συλλόγους του Περδικονερίου και της Αθήνας, όπου προσέφερε τις δυνάμεις του για την προβολή και ανάδειξη της γενέθλιας πατρίδας του, στην Αρκαδία και ευρύτερα στην Αθήνα, και σήμερα πλέον εργάζεται, ως στέλεχος, στον μεγαλύτερο τραπεζικό όμιλο της Χώρας μας, στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, στη Μονάδα Δικαστικού.


Ο φίλος μας Κώστας Νικολόπουλος, στον οικογενειακό του βίο είναι συζευγμένος με την Ιωάννα Κέκη, δικηγόρο, και έχουν αποκτήσει τρεις γιους, «τα παλικάρια του», όπως τα καλεί, τον Παναγιώτη, τον Χαράλαμπο και τον Βίκτωρα, για χάρη των οποίων κοπιάζει και αγωνίζεται με θέρμη ν’ ακολουθήσουν τα χνάρια του, σ’ αυτον τον κόσμο, που είναι μικρός και μέγας, όπως αναγράφει και μας διδάσκει ο ποιητής της χαράς, της φωταγωγίας Οδυσσέας Ελύτης.


Ο Δημήτρης Αναγνωσταράς, λόγιος, φιλόλογος και συγγραφέας, καθηγητής του Κώστα Νικολόπουλου στο Γυμνάσιο Τροπαίων αναλύει τα ακόλουθα ποιήματα και επιδιώκει να προσεγγίσει την ψυχοσύνθεση και την ποιητική δομή του Κώστα Νικολόπουλου, δεδομένου ότι γνωρίζει την οικογένειά του και αυτόν από την παιδική του ηλικία.


«Βούρκωσε το άστρο που τόσο φωτεινό έλαμπε στον ουρανό.
Βούρκωσε το αστέρι και το δάκρυ τρέχει καυτό.
Λύγισε σιωπηλά το χθες στα συναισθήματα του σήμερα,
μα δεν υπάρχει βάλσαμο στην νοσταλγία, όλα μια χίμαιρα.»


Η ποιητική γραφή, η ψυχική έκφραση της Αρκαδικής εγρήγορσης του συμπατριώτη μας Κώστα Νικολόπουλου έχει τη δωρική αρματωσιά της Γορτυνιακής άγριας και άγιας φύσης, όπου η από Θεού τελειότητα και η μαστοριά οφείλει να μεταγγίζεται στη βιοτή του ανθρώπου, του πολίτη ανθρώπου, του βασανισμένου από τον κάματο της εργασίας, του διψασμένου για δικαιοσύνη, για την επί γης ειρήνη, για την καταξίωση και συλλογική ευτυχία αιωνίου ανθρώπου, ο οποίος συγκινείται στα μικρά και στα μέγιστα της προσωπικής και της κοινωνικής διάστασής του.


Η συνειδητή αυτή τακτική, που ανάγεται σε μια φωταγωγία ποιητική, έντεχνη και ανεπιτήδευτη συνάμα, διαφαίνεται στην ακόλουθη σύντομη αποτίμηση ποιημάτων του, που δημοσιεύονται πρωταρχικά εδώ στο βιβλίο μας.

Στο «ΠΟΡΦΥΡΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ» (Μάρτιος 1979), ορθρίζει ένας πηγαίος, εξομολογητικός έρωτας της εφηβικής άνοιξης, που σχηματοποιείται και ζωγραφίζεται αποκαλυπτικά, με όλα τα χρώματα, τα μύρα και τα φώτα της εαρινής συμφωνίας, σε μια ονειρεμένη αναγωγή όπου τα μέλη του σώματος μετουσιώνονται σε αγάπη αληθινή, αιώνια, για μια άγνωστη οπτασία, όπου ένα πορφυρό χαμόγελο μόλις ανθίζει κάτω από τα άστρα, μπροστά στη θεία ομορφιά της ανώνυμης μάλλον συμμαθήτριας.


Μια θάλασσα απέραντη για σένα αλαργεύω,
την λατρεία της αρχαίας θεάς σ’ εσένα γυρεύω,
ένα όνειρο που η αγάπη έχει πλασμένο,
ένα πορφυρό χαμόγελο μόλις ανθισμένο.

Τα μάτια σου φεγγοβολούν το φως στο χιόνι,
των άστρων όλων και της γης, είσαι η λάμψη μόνη,
στα βλέφαρά σου άνθισαν τα γιασεμί τα ρόδα,
στα χέρια σου κρατείς της χαραυγής αϊδόνια.

Σ’ αγαπώ σαν της καρδιάς ουράνιο χάρμα,
σ’ αγαπώ σαν το φως των ματιών μου αντάμα,
μεθυστική η αίσθηση που στάλαξες στην ψυχή μου,
εσύ είσαι ο ήλιος μου, η αγάπη, η πνοή μου.

Την θεία σου ομορφιά με τις φούχτες πίνω,
στην λάμψη σου την μυστική τον έρωτά μου δίνω,
στης μοίρας βυθίζομαι, στα δικά σου στημόνια,
σ’ ένα όνειρο οθρίζω τον έρωτά μου αιώνια.

Είσαι η μοναδική, του ονείρου μου λυχνάρι,
εσύ μου αναρριγείς το αίσθημα με θεία χάρη,
είσαι η φλόγα η ξωτική, το πάθος η ηδονή,
είσαι η ανάσα μου η λάγνα, σαν ροδάμι την αυγή.

Σαν ευτυχία απ’ όνειρο, σαν πρώτη ηλιαχτίδα,
τα μάτια μου, τα χείλη μου θα σ’ αγαπούν αιώνια,
θα λαχταρούν την άνοιξη, το άνθισμα στα χρόνια,
θα κλείσουν την αγάπη μου σε θεϊκή παγόδα.
 

Στον «ΑΝΕΜΟ» (Απρίλιος 1988) προοιωνίζεται ένας πολιτικός, αγωνιστικός παλμός παγκόσμιας συνεργασίας, με οικονομική, ταξική επίγνωση, όπου ωσάν άνεμος ζωοδότης συνεγείρει τις συνειδήσεις, για να είναι «ο ήλιος ακάματος αγωγιάτης του νου και της ψυχής», γιατί όπως αναγράφει, «οι λαοί όμως, όταν αφυπνίζονται, κάνουν θαύματα», «οι λαοί σφιχταγκαλιασμένοι, θα παλέψουν ...θ’ αντισταθούν και θα νικήσουν ...θα μετακινήσουν βουνά».
Σ’ αυτή τη συνομοταξία και τη συνεργασία των ανθρώπων και των λαών, πιστεύει ο ποιητής μας, ότι θα προέλθει το φως, η διδαχή της ιστορίας, η αναγέννηση.
 

Σπάστε τις σιωπές και βάλτε στις καρδιές,
φωτιά και ατσάλι,
ξεκινήστε την αμείλικτη ταξική πάλη,
η γύμνια της ψυχής δεν είναι αρετή,
όταν οι λαοί δεν γράφουν Ιστορία,
τότε τα καπιταλιστικά θερμοκήπια ξεθάβουν και παράγουν,
αποτεφρωμένα όνειρα και θλίψη,
μην κλείνετε τα μάτια στην πόρτα του ήλιου,
ο ήλιος νάναι ο ακάματος αγωγιάτης του νου και της ψυχής,
ας μην λυγίσει την καρδιά η ταξική θυσία,
ας κλείσουμε τις πληγές του οποτουρνισμού,
κάποιο πρωΐ ας βάλουμε στα πόδια φτερά,
ας φτιάξουμε με τα χέρια μας και το αίμα μας,
την λαϊκή ταξική γροθιά,
που θα ανατείλει την παγκόσμια παντιέρα,
ας μετατρέψουμε το δάκρυ του κόσμου,
σε ταξικό ποτάμι που θα τρέχει σαν σφαίρα,
την απομαχία και την απουσία σε λαϊκή οργή,
ας φωτίσουμε τις μνήμες και την Ιστορία,
και τότε το φως θα φωτίσει την πόρτα του λαού,
και τότε το δάκρυ θάναι μαλαματένιο δάκρυ,
οι λαοί δεν είναι απολιθωμένα δένδρα,
δεν είναι στην έρημο καραβάνια χωρίς καθοδηγητές,
από την χαμένη μας δύναμη,
αναστήθηκε το παράλογο και το άδικο,
έριξαν στάχτη στην Ιστορία και στην θεωρία μας.
Οι λαοί όμως όταν αφυπνίζονται κάνουν θαύματα,
όταν ξαναφυσίσει ο δυνατός άνεμος,
οι λαοί σφιχταγκαλιασμένοι θα παλέψουν ταξικά,
οι λαοί θα αντισταθούν και θα νικήσουν.
Οι λαοί θα μετακινήσουν τα βουνά.
 

Στο «ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΟ ΑΣΤΕΡΙ» (Φεβρουάριος 1992), που δακρύζει για τα όσα βλέπει εδώ στην επίγεια διαμάχη, όπου «οι θύμησες γίνονται χίλια πλοκάμια μου πνίγουν το μυαλό», οι άνθρωποι αρμενίζουν μάταια τις θάλασσες, και τα μποφώρια δυναμώνουν άγρια, ενώ η λύση του κακού αναβάλλεται συνεχώς. Μονάχα ο Θεός μπορεί ν’ ανθίζει τα πέλαγα και να ειρηνεύει την πλάση, την ψυχή μας.


Βούρκωσε το άστρο που τόσο φωτεινό έλαμπε στον ουρανό,
βούρκωσε το αστέρι και το δάκρυ τρέχει καυτό,
λύγισε σιωπηλά το χθες στα συναισθήματα του σήμερα
μα δεν υπάρχει βάλσαμο στην νοσταλγία, όλα μια χίμαιρα.
Οι θύμησες γίνονται χίλια πλοκάμια μου πνίγουν το μυαλό,
οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια που ’μαστε μαζί αιώνια πληγή,
πως ν’ ανθίσει τ’ όνειρο, πως η καρδιά να ’χει ένα ρυθμό,
που όταν σου θυμάμαι το χαμόγελο μου σβήνει τ’ όνειρο.
Είσαι ανυπέρβλητη, αξεπέραστη, της νιότης άνθισμα κ’ απαύγασμα,
είσαι νοσταλγικό τραγούδι που δεν έχει αγάπης τελειωμό,
είσαι λάμψη τόσο φωτεινή στο σκοτάδι το πιο βαθύ,
είσαι το ταξίδι που δεν εχει τελειωμό σε κάθε καιρό.
Αχ, και να μπορούσα να γυρίσω τον αδυσώπητο καιρό.
Αχ, τι με κοιτάς που χάλασα που γω αρμένιζα τη θάλασσα.
Αχ, τι με κοιτάς που δεν μπορώ που γω αρμένιζα τον καιρό.
Αχ, Θεέ μου νάταν ψέματα και ν’ άνθιζες τα πέλαγα.
 

Στο «ΕΡΗΜΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ» (Νοέμβριος 1993), ο Κώστας Νικολόπουλος σκιαγραφεί την μοναξιά του σύγχρονου κόσμου, σε κείνο το συμβολικό και σιωπηλό κύμα, όπου «δεν θα χαμογελούν οι γλάροι στο γλυκό το δειλινό ...το αϊδόνι θα είναι μοναχό ...δεν θα κτυπούν οι καρδιές μας ...» όπως καταλήγει ο ποιητής μας: «σ’ ένα έρημο ακρογιάλι το ’χε η μοίρα μου γραφτό, να κλαίω αιώνια τον πόνο, αβάσταχτα, χωρίς τελειωμό».


Σ’ ένα έρημο ακρογιάλι θα πλανιέμαι συνέχεια καιρό,
χειμώνες καλοκαίρια το κύμα θα είναι σιωπηλό,
δεν θα χαμογελούν οι γλάροι στο γλυκό το δειλινό,
θα δακρύσει το φεγγάρι από λύπη που ’μεινε μοναχό
Θα κλείσουν την καρδιά τους οι στράτες που ’μαστε μαζί,
δεν θα βλέπουν τις φιγούρες που από αγάπη γυρνούσαν εκεί,
δεν θα περπατάμε σφιχτά αγκαλιασμένοι και ορκισμένοι,
πως θα ’μαστε μαζί, ότι και αν συμβεί, αιώνια ενωμένοι.
Το πικρό χαμόγελο θα γίνει εφιάλτης στο όνειρο,
το αϊδόνι θα είναι μοναχό στο σκληρό πρωϊνό,
θα είναι κενές οι γωνιές που ’χουμε γεμίσει χαρές.
Αχ, Θεέ μου δεν θ’ ακούγονται οι φωνές μας δεν θα κτυπούν οι καρδιές μας.
Δεν θα σου κρατώ λουλούδια, δεν θα σου λέω τραγούδια,
δεν θα μου κρατάς μαντήλι, δεν θα με χαιρετάς στο δείλι,
σ’ ένα έρημο ακρογιάλι το ’χε η μοίρα μου γραφτό,
να κλαίω αιώνια τον πόνο, αβάσταχτα, χωρίς τελειωμό.
 

Στη συνέχεια της ποιητικής παραγωγής του ο Νικολόπουλος και στη «ΜΑΓΕΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ» (Νοέμβριος 1995) που είναι ένα καθαρό ανάβρυσμα ερωτικής μέθης και πανδαισίας, ανοιξιάτικης μεγαλοσύνης, ο ποιητής γίνεται περισσότερο αναλυτικός, γιατί με χαρά και με τραγούδι, με πύρινη έξαρση και γλυκασμό, λέγει: «από τη θέρμη μας μπουμπούκιασε ο ορίζοντας, οι κόκκινες παπαρούνες είναι ο κόσμος, που χτίζουμε μαζί στο φως του ήλιου, το άρωμα της σμίξης είναι η αφρισμένη θάλασσα», για να αναφωνίσει περίλαμπρος στο τέλος, επιγραμματικά κι ωραία: «Ο έρωτας είναι η παλίρροια των γαλαξιών στα κύτταρά μας, η αρμονία και η ολοκλήρωσή μας, είναι μυστήριο των Θεών».


Ένα σύννεφο γκρίζο-χρυσαφί είναι η ζωή µας,
µε την αστραπή, αιμορραγεί, βουρκώνει και δακρύζει,
σμιλεύει τη φωτεινότητα του ήλιου,
σε λικνισμένες ανάγλυφες φιγούρες,
στην πλημμυρισμένη µε θαλάσσια αύρα σκέψη µας.
Στο λιόγερμα διασχίζω ξεχασμένους κόσμους,
χάνομαι στο άπειρο µε την ταχύτητα του ονείρου,
παραδίνομαι στο γλυκό τραγούδι των Σειρήνων,
φορτώνομαι γύρη από μαγεμένους Βαβυλώνιους κήπους,
την ακουμπάω στα πύρινα χείλη σου,
στις χρυσοστάλες των ματιών σου,
φλογισμένα στηµόνια βυθίζονται στην ύπαρξή σου,
αγροίκησα το χνούδι της μαγείας σου,
την αρχέγονη και θεϊκή έλξη του κορμιού σου.
Από το λιοπύρι της ανάσας µας,
φτερούγισαν οι αισθήσεις µας στη σμίξη,
ρόδισαν τα λουλούδια που ανθίσαμε,
σκόρπισε αύρα η τελειότητα της σάρκας,
στη φεγγαρόφωτη θωπεία του ονείρου.
Από την αρχέγονη ηδονή,
αγκαλιάσαμε µε αιθέρια αίσθηση,
το φως των άστρων.
Το φεγγάρι απόθεσε το άπειρο ασήμι του,
στα σπλάχνα της μάνας γης.
Σμίξαμε πολύχρωμους πλημμυρισμένους κόσμους,
αγκαλιάσαμε τις αχτίδες,
των αιώνιων παλλόμενων ρυθμών
από τη θέρμη µας μπουμπούκιασε ο ορίζοντας,
οι κόκκινες παπαρούνες είναι ο κόσμος,
που χτίζουμε μαζί στο φως του ήλιου,
το άρωμα της σμίξης είναι η αφρισμένη θάλασσα.
Το φουσκωμένο ποτάμι που φέρνει με ορμή,
το μεστωμένο στάχυ,
είναι ο καρπός της αυγής.
Άνοιξε πλατιά απέραντη η πλάση,
γιατί ο κόσμος κυριεύθηκε με τον έρωτά μας,
ηλιόλουστες ανταύγειες με τυλιγμένη λαχτάρα,
χιλιόμορφες ανεμώνες με το αρχέγονο σύννεφο,
με τη φαντασία που αγγίζει τις αισθήσεις,
σκορπίσαμε ροδοπέταλα στο κατώφλι του κόσμου,
αναβλύσαμε του γιασεμιού το άρωμα,
που γεννοβόλησε το σφρίγος,
και η χαρά του πόθου.
Ακριβή μου χαρά θα σε αρμενίσω σε πολύχρονους κόσμους,
με ολόλευκες φτερούγες στους πόθους της Άρτεμης.
Ο έρωτας είναι η παλίρροια των γαλαξιών στα κύτταρά μας,
η αρμονία και η ολοκλήρωσή μας είναι μυστήριο των Θεών.
Θα φυλακίσουμε μαζί στις χούφτες των χεριών μας,
θα ματώσουμε την καρδιά του άσαρκου χρόνου,
έτσι που η αγάπη μας να ζήσει για πάντα.
 

Στο τελευταίο ποίημα που αναλύουμε κατά σειρά, έργο βαθυνούστατο, επικό, αντιπολεμικό και συνάμα διδακτικό, ο ποιητής μας, αναφέρεται με πόνο ψυχής «ΣΤΗΝ ΠΡΩΗΝ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ» (Απρίλιος 1999), ο Κώστας Νικολόπουλος, υπερβαίνει την επαγγελματική - νομική πανοπλία του, ανάγεται με πικρία, μα και με ελπίδα στα βέλη του πολέμου, στα ματωμένα δάκρυα, στα όργια της «πολιτισμένης (;) Δύσης», για το απάνθρωπο έγκλημα, που τεχνουργείται στην Γιουγκοσλαβία, θρηνεί, οργίζεται, μα προσδοκά την αλλαγή του σκηνικού, για τούτο ανακράζει: «Οι προδομένες πατρίδες θα ντυθούν το φως της ειρήνης και τότε, ο ήλιος θ’ αποθέσει από ψηλά τα φωτεινά δάκρυα στους θρήνους των ματωμένων μανάδων, στους αλαλαγμούς των ξεριζωμένων πατρίδων».


Τα βέλη του πολέμου σκόρπισαν τα ιμάτιά σου,
το στολισμένο με ροδοπέταλα κορμί σου,
ψυχοραγεί στον ανθρώπινο όλεθρο.
Πελάγη ντροπής και ενοχής μουσκεύουν,
την πολιτισμένη λογικής μας.
Η άνοιξη θ’ ανθεί από το μοιρολόγι,
στα χείλη των χαροκαμένων μανάδων,
ματωμένα δάκρυα και αίμα,
από λυγισμένες παπαρούνες,
στόλισαν το άψυχο σώμα σου,
σε σκόρπιους τάφους.
Η «πολιτισμένη Δύση» έντυσε με σάβανο,
το χαμόγελο και το όνειρο,
και έσκαψε μυριάδες μνήματα για την ζωή,
δάκρυσαν και οι πέτρες,
ράγισε η μνήμη και η σιωπή.
Αναρωτήθηκες για το ανοσιούργημα;
για το βδελυρό, απάνθρωπο έγκλημα;
Άνθρωπε τι θ’ απαντήσεις στην Ανθρωπότητα,
για το αίμα των παιδιών και των αθώων;
Άνθρωπε τι θ’ απαντήσεις για την θλίψη,
που ξεγύμνωσε την ανθισμένη άνοιξη;
Η κατηγορία στην πολεμόχαρη,
νέα τάξη πραγμάτων,
είναι ανεξίτηλη, χωρίς ελαφρυντικά.
Η καταδίκη συμπαντικά πελώρια.
Το κατηγορητήριο της Ιστορίας αμείλικτο,
στο διηνεκές.
Βλέπω να σκιαγραφείται με αίμα,
το ανθρώπινο όραμα.
Βλέπω στο ορίζοντα το μεγάλο ποτάμι,
να ποτίζει το προδομένο τραγούδι της ζωής.
Βλέπω στον ορίζοντα από τα δάκρυα της θλίψης,
να πλημμυρίζει η Ελπίδα,
στις αγγελικές φωνές των παιδιών.
Από το αίμα των σκοτωμένων,
θα γεννηθούν οι στρατοί της γης,
θ’ αστράψει η κόκκινη ηλιαχτίδα,
η πληγωμένη δύναμή μας θ’ αναστηθεί,
οι αδικημένοι θα πάρουν εκδίκηση.
Οι χειμώνες δεν θα ντύσουν πολύ ακόμη,
την ρόδινη άνοιξη που ανατέλλει,
μέσα στο σκοτάδι της παράλογης φρίκης,
θα λάμψει η ραγισμένη Ελπίδα,
οι προδομένες πατρίδες θα ντυθούν,
το φως της Ειρήνης.
Και τότε ο ήλιος θ’ αποθέσει από ψηλά,
τα φωτεινά του δάκρυα,
στους θρήνους των ματωμένων μανάδων,
στους αλλαλαγμούς των ξεριζωμένων πατρίδων.
 

Τελικά, εάν ισχύει το περιώνυμο απόσταγμα στοχασμού ότι «εξ όνυχος γνωρίζεις, αναγνωρίζεις τον λέοντα», τότε στ’ αντιπροσωπευτικά τούτα ποιήματα του φίλου μας Κώστα Νικολόπουλου, παρακολουθούμε το νήμα της σοφίας και της συγκίνησης να παφλάζει δυναμικό, καθάριο, να πάλλεται από δημιουργική χαρά, στο έργο του, να μας κερδίζει και να μας κάνει ανθρώπους τέλειους, που ανεβαίνουμε λίγο ψηλότερα, όπως θέλει ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης.
Εμείς, με τη σειρά μας, αναμένουμε από τον Κώστα Νικολόπουλο, να μας παρουσιάσει σε μια επικείμενη έκδοση ένα ευρύτερο μέρος της ποιητικής δουλειάς του, που ξεκινάει από την πρώτη νεότητά του και συνεχίζεται μέχρι τα σήμερα, ώστε ν’ απολαύσουμε στο σύνολό της, σε όλο το μεγαλείο της, την όλη ποιητική δημιουργία του, την τέχνη του.


Ο Κώστας Νικολόπουλος με τη σύζυγό του Ιωάννα και την μητέρα του Παναγιώτα

Απόσπασμα από το βιβλίο του Δημητρίου Κυριακόπουλου "Περδικονέρι Γορτυνίας και οι συνοικισμοί του - Τόμος Γ΄"



Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020

Παλιές συνήθειες το τόπου μας (Χοιρινό - Λουκάνικα - Οματιά)

 

Απόσπασμα από το βιβλίο "Περδικονέρι Γορτυνίας και οι συνοικισμοί του - Γαλατάς, Μπουλιάρι, Συριαμάκος" δημοσιευμένο εφημερίδα "Γορτυνία", Μάρτιος 2020, σελ. 21-22

Περδικονερίτισσα πτυχιούχος Βυζαντινής Μουσικής

 Στις 27 Ιουνίου 2020 η Αθανασία Δημ. Αθανασοπούλου, από το Περδικονέρι, έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Πολυδρόσου Χαλανδρίου, για την απόκτηση Πτυχίου Βυζαντινής Μουσικής. Μεταξύ των μελών της εξεταστικής επιτροπής ήταν ο π. Χρίστος Κυριακόπουλος και ο Δημήτριος Κυριακόπουλος. Η επιτροπή αφού αξιολόγησε την απόδοσή της, στο πρακτικό και θεωρητικό μέρος, την βαθμολόγησε με το βαθμό ΑΡΙΣΤΑ. Όλοι της έδωσαν συγχαρητήρια και τις ευχήθηκαν άριστα και στο Δίπλωμα.


 

 

+Εκδημία ιερέα Παναγιώτη Πετρόπουλου

 

Με θλίψη ακούσαμε την δυσάρεστη είδηση ότι στις 13 Οκτωβρίου κοιμήθηκε ο συμπατριώτης μας π. Παναγιώτης Πετρόπουλος. Γέννημα θρέμμα του χωριού μας. Αξιόλογος οικογενειάρχης, τίμιος, ευγενής, αξιαγάπητος, αφοσιωμένος στα ιερατικά του καθήκοντα με προθυμία και με δύσκολες καιρικές συνθήκες υπηρέτησε για περισσότερο από σαράντα χρόνια και τους συνοικισμούς Φτεριάς και Γαλατά.

Η κηδεία του έγινε στις 14 Οκτωβρίου στο χωριό μας με μεγάλη συμμετοχή συμπατριωτών μας. Στην οικογένειά του εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια και ο Θεός να τον αναπαύσει.

 


Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

Αιωνία του η μνήμη...

 

ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ

Πρωτοπρεσβύτερος  +Δημήτριος Κουτσονικολής

Με την εκδημία του, την απρόσμενη και αιφνίδια, στερείται το χωριό μας τον καλό μας ιερέα, ποιμένα και πνευματικό του πατέρα. Αγάπησε με ευλάβεια και ζήλο την ενορία του Αγίου Δημητρίου του χωριού μας, και αισθανόταν χαρά και αγαλλίαση, που μετά από 35 χρόνια που υπηρέτησε στο Λευκοχώρι, επέστρεψε στη γενέτειρά του – Μειλίχιος,, Πράος και ταπεινός! Πάντοτε ευγενικός και πρόθυμος, αλλά και εξυπηρετικός σε όλους τους συμπατριώτες. Η προσφορά του, στα εκκλησιαστικά, μεγάλη! Η απουσία του θα είναι αισθητή και το κενό που άφησε θα είναι δυσαναπλήρωτο. Θα τον ενθυμούμαστε με αγαθές αναμνήσεις. Τον ευχαριστούμε και τον ευγνωμονούμε για όσα προσέφερε στην εκκλησία του χωριού μας. Στους οικείους του εκφράζουμε τα θερμά συλλυπητήριά μας και ευχόμαστε η μνήμη του να είναι αιώνια.



Το Ιερατικό Φροντιστήριο της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως  λειτούργησε επί εξαετία  (1976 -1982) στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου με πράξη και υπό την εποπτεία του Σεβασμ. Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Θεοφίλου.

Στην φωτογραφία διακρίνονται ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης   π. Χρυσόστομος Ζαχαρόπουλος, ένας από τους διδάξαντες στη σχολή, και οι συμπατριώτες μας ιερείς: Παναγιώτης Πετρόπουλος τρίτος από αριστερά, Χαράλαμπος Πετρόπουλος  δεύτερος από δεξιά και ο Δημήτριος Κουτσονικολής, δεύτερος από αριστερά στους ορθίους.

 


 

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Επαγγέλματα που χάνονται {Δημοσίευση εφημερίδας Γορτυνίας (Ιούνιος-Ιούλιος 2020, σελ. 20)}


Από το βιβλίο του Δημ. Κυριακόπουλου "Περδικονέρι Γορτυνίας και οι συνοικισμοί του - Μπουλιάρι, Γαλατάς, Συριαμάκος)

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Παρουσίαση λευκώματος 1ου Γυμνασίου Μοσχάτου